Scroll to top
© 2018, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Share

Ομιλία Αθανασίου για Συνταγματική Αναθεώρηση


admin - 13 Φεβρουαρίου 2019 - 1 comment

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ:  Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα εν συντομία να αναφερθώ στα διαδικαστικά όρια της Αναθεώρησης, όσον αφορά την αρμοδιότητα των δύο Βουλών, της παρούσας, δηλαδή της προτείνουσας Βουλής και της επόμενης, της αναθεωρητικής.

Η παρούσα πρώτη Βουλή με απόφασή της, αφού διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος, καθορίζει ειδικά ποιες από τις αναθεωρήσιμες διατάξεις μπορούν να καταστούν αναθεωρητέες, όχι μόνο κατά άρθρο, αλλά και κατά παράγραφο ή ακόμα και κατ’ εδάφιον. Στην απόφαση αυτή πρέπει να περιλαμβάνεται η αναγκαιότητα, αλλά και μία στοιχειώδης, μία γενική κατεύθυνση της αναθεώρησης που στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η αιτιολογία της ανάγκης αναθεώρησης κάποιων διατάξεων του Συντάγματος.

Το ακριβές, όμως, περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων ανήκει στην επόμενη, τη δεύτερη Βουλή, η οποία είναι εξοπλισμένη με αναθεωρητική αρμοδιότητα, δηλαδή με την αποκλειστική αρμοδιότητα να προσδιορίσει επακριβώς το κανονιστικό περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων που η πρώτη Βουλή αποφάσισε ως τέτοιες και μόνο ως προς αυτές. Η δεύτερη Βουλή, δηλαδή αφενός δεν μπορεί να αποφασίσει την αναθεώρηση και άλλων διατάξεων πλην αυτών που η πρώτη, η παρούσα Βουλή, αποφάσισε, αφετέρου η ίδια Βουλή, η δεύτερη, έχοντας πρόσφατη λαϊκή εντολή να ρυθμίσει και το εκκρεμές ζήτημα της Αναθεώρησης, θα αποφασίσει κατά την πρώτη Σύνοδό της ως προς το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων, χωρίς να δεσμεύεται από τυχόν απόφαση της πρώτης Βουλής, της παρούσας Βουλής.

Θα αναφέρω ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι για το άρθρο 32 του Συντάγματος λέμε να αποσυνδεθεί η προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτή είναι η στοιχειώδης κατεύθυνση. Εάν δεν το πει, τότε μπορεί να μη γίνει αυτό το πράγμα από τη δεύτερη Βουλή και να γίνει πιο αυστηρή η διάταξη. Παρομοίως, για την εκλογή Προέδρων Ανωτάτων Δικαστηρίων. Γιατί το λέμε αυτό; Το λέμε για να κατοχυρωθεί περισσότερο η προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών.

 

Αν δεν το πούμε αυτό -αν μείνουμε μόνο στην αναγκαιότητα της αλλαγής του άρθρου 90, παράγραφος 5 του Συντάγματος- τότε είναι δυνατόν η δεύτερη βουλή να πει: «Α, θα αποφασίσει η ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων» ή μόνο ο Πρωθυπουργός. Αυτά είναι θεωρητικά παραδείγματα, ακραία, αλλά έτσι είναι. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, που πάει η ανεξαρτησία.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών): Απλώς για να καταλάβω, αν το πει η πρώτη Βουλή, η δεύτερη δεσμεύεται κατά το μέτρο που είπατε.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: Δεσμεύεται ως προς την κατεύθυνση, όχι όμως ως προς το περιεχόμενο, δηλαδή ότι θα κινηθεί σε ένα πλαίσιο. Είναι μια στοιχειώδης…

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών): Το ίδιο λέμε, ότι δεσμεύεται ως προς την κατεύθυνση.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: Δηλαδή, κύριε Υπουργέ, είναι αυτό που λέμε η αιτιολογία της αναγκαιότητας. Αυτό είναι το θέμα. Δεν σημαίνει ότι η κατεύθυνση είναι αποκλειστικά δεσμευτική, όταν προσδιορίζεται από τώρα. Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό.

Από πρώτη άποψη φαίνεται ότι οι δύο Βουλές συμμετέχουν ισότιμα στην αναθεωρητική διαδικασία, αφού η πλειοψηφία για την πρόταση αναθεώρησης της πρώτης Βουλής και η πλειοψηφία για την απόφαση και τις αναθεωρητέες διατάξεις της δεύτερης Βουλής αντιστρέφονται, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 110: απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού της Βουλής στην πρώτη, 180 Βουλευτές στη δεύτερη, ή αντιστρόφως, 180 Βουλευτές στην πρώτη, απόλυτη πλειοψηφία στη δεύτερη.

Δεύτερον, η πρώτη Βουλή αποφασίζει για την αναγκαιότητα των αναθεωρητέων διατάξεων, ενώ η δεύτερη διαπλάθει ελεύθερα το κανονιστικό περιεχόμενό τους. Θεωρώ ότι το βάρος πέφτει στη δεύτερη Βουλή, διότι αυτή είναι η αναθεωρητική Βουλή, με πρόσφατη τη λαϊκή εντολή η οποία και θα καθορίσει ειδικά -το τονίζω- το ακριβές περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων.

Τέλος, όσον αφορά την παράγραφο 6, του άρθρου 110 του Συντάγματος, που απαγορεύει να γίνεται αναθεώρηση πριν περάσει η πενταετία, αυτό θα έχει μια βάση και πρέπει έτσι να ερμηνευτεί και να το τροποποιήσουμε. Πρέπει να αναφερθεί για αυτήν τη διάταξη ρητά ότι αυτό ισχύει μόνο για τις διατάξεις οι οποίες αναθεωρήθηκαν.

Όταν υπάρχει δηλαδή μια απόφαση ή όταν η κοινή γνώμη ή η κοινωνία έχουν δεχθεί ότι πρέπει να γίνει μια αλλαγή -ας πούμε στα ιδιωτικά πανεπιστήμια- δεν μπορεί να δεσμευόμαστε για μια ολόκληρη πενταετία. Το διάστημα αυτό μάλιστα μπορεί να μην είναι πέντε χρόνια. Ανάλογα με το πότε θα γίνει η αναθεώρηση, μπορεί να είναι επτά και οκτώ χρόνια. Δεν μπορεί λοιπόν η επόμενη Βουλή, πριν περάσει ο χρόνος αυτός, να φέρει προς συζήτηση μια διάταξη η οποία δεν είχε αναθεωρηθεί. Άρα, πρέπει ο περιορισμός αυτός να αφορά μόνο τις διατάξεις που τέθηκαν σε αναθεώρηση και όχι αυτές οι οποίες δεν τέθηκαν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μετά από αυτήν τη γενική τοποθέτησή μου οφείλω στη συνέχεια να σταχυολογήσω, λόγω του περιορισμένου χρόνου, τις βασικές παρατηρήσεις για τα βασικά άρθρα που κατά την άποψή μου χρήζουν αναθεώρησης, βασισμένες στις θέσεις του κόμματός μου, τις πάγιες απόψεις μου, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη και σχολιάζοντας το πόρισμα της Επιτροπής.

Ξεκινώ με ένα ζήτημα, την αντιμετώπιση του οποίου θεωρώ αδήριτη ανάγκη. Είναι η κρίσιμη αναθεώρηση του άρθρου 62, για το ακαταδίωκτο των Βουλευτών και του άρθρου 86 για τη δίωξη μελών της κυβέρνησης. Είναι σαφές πως έχει υπάρξει κατάχρηση των ρυθμίσεων των άρθρων αυτών και έχουμε φτάσει στο σημείο πολιτικά πρόσωπα συχνά να εκφεύγουν του οφειλόμενου ελέγχου και να λειτουργούν ασύδοτα, κρυπτόμενοι πίσω από την ασυλία και την αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86. Οφείλουμε να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να παραδεχθούμε ότι η Βουλή έχει δημιουργήσει κατά καιρούς εντυπώσεις ατιμωρησίας.

Στο άρθρο 3 είναι σαφές πως η Νέα Δημοκρατία στέκεται αντίθετη στην αναθεώρησή του, έστω και με εισαγωγή ερμηνευτικής δήλωσης. Η υπάρχουσα μορφή του άρθρου 3 έχει πετύχει ιστορικά μια σημαντική ισορροπία. Είναι σύμφωνη με τον ιστορική πορεία και τις παραδόσεις της χώρας μας, όπως έχουν διαμορφωθεί στους αιώνες και ουδόλως έχει βλάψει την ανεξιθρησκία. Δεν υφίστανται στη χώρα μας ουσιαστικά ζητήματα διακρίσεων βάσει θρησκευτικού προσανατολισμού, ιδίως αναφορικά με τη στάση του κράτους απέναντι στα οργανωμένα δόγματα, τους εκπροσώπους και τους πιστούς τους.

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η διάταξη πρέπει να παραμείνει ως έχει, γιατί είναι απόλυτα επιτυχημένη. Εξάλλου, το άρθρο 13 του Συντάγματος καθιερώνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων.

Όσον αφορά το άρθρο 16, θεωρώ ότι θα είναι ιστορική αποτυχία αν δεν κατορθώσουμε να το αναθεωρήσουμε ούτε τώρα, επιτρέποντας τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, διατηρώντας αγκυλώσεις που κράτησαν το επίπεδο της δημόσιας εκπαίδευσης καθηλωμένο λόγω έλλειψης ανταγωνισμού και έστειλαν στο εξωτερικό εκατοντάδες χιλιάδες ελληνόπουλα, πολλά εκ των οποίων δεν γύρισαν πίσω, καθώς βρήκαν στο εξωτερικό καλύτερες συνθήκες, ακαδημαϊκές και επαγγελματικές.

Με την αναθεώρηση του άρθρου 25 εισάγουμε τη συνταγματική κατοχύρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για τους Έλληνες πολίτες. Πολύ κρίσιμη είναι και η αποσύνδεση της πρόκλησης εθνικών εκλογών, όπως αναφέρθηκα πριν, από το ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η Νέα Δημοκρατία έχει νιώσει στο πετσί τις, δύο φορές, τις στρεβλώσεις που προκαλεί η υφιστάμενη διατύπωση του άρθρου 32 και δυστυχώς το ίδιο και η χώρα.

Το ότι η Κυβέρνηση σήμερα στηρίζει την τροποποίηση του άρθρου αυτού, ασχέτως αν διαφωνούμε αναφορικά με τη διατύπωση που οφείλουμε να υιοθετήσουμε, αποτελεί αναγνώριση της οπορτουνιστικής στάσης της τότε που προκάλεσε την αντιθεσμική πτώση μιας πετυχημένης κυβέρνησης.

Φυσικά χρήζει αναθεώρησης και το άρθρο 41. Η πρακτική της διάλυσης της Βουλής για εθνικά θέματα, που μόνο προσχηματικά αναφέρονται στο σκεπτικό της διάλυσης, πρέπει να σταματήσει. Η άποψή μας αυτή αντανακλάται και στην πρότασή μας για την αναθεώρηση του άρθρου 52, εκλογές σε σταθερή ημερομηνία.

Στο άρθρο 51 οφείλουμε όλοι να διερωτηθούμε γιατί εν έτει 2019 ακόμη δεν έχουμε δώσει τη δυνατότητα ψήφου στους απόδημους Έλληνες, τους Έλληνες του εξωτερικού. Πρέπει επιτέλους να δώσουμε μια λύση σε ένα ζήτημα που έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς σχεδόν κάθε χώρα, εκτός από τη δική μας.

Ο Πρόεδρός μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε λόγο για θεσμική παράλειψη της πολιτείας. Έχουμε καταθέσει και σχετική πρόταση η οποία ακόμα δεν εισήχθη στο Κοινοβούλιο. Η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων μετατίθεται από την εκτελεστική εξουσία στη νομοθετική εξουσία. Εκεί είναι ένα ζήτημα το οποίο η επόμενη Βουλή θα το καθορίσει.

Σημαντική είναι και η πρότασή μας για τον διορισμό των μελών των ανεξάρτητων αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 101α του Συντάγματος, όπου φεύγει πλέον από τη Διάσκεψη των Προέδρων και λέμε ότι πρέπει να πάει σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή. Για τις άλλες διατάξεις θα πούμε μετά από έναν μήνα, στη δεύτερη συζήτηση, όπως προβλέπει το Σύνταγμα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το εύκολο για εμάς θα ήταν να καταψηφίσουμε όλες τις προτάσεις της Επιτροπής, ώστε να διασφαλίσουμε ότι θα απαιτείται πλειοψηφία τριών πέμπτων για την αναθεώρηση όλων των άρθρων στην επόμενη Βουλή. Δεν το κάνουμε, όμως, γιατί θεωρούμε πως το Σύνταγμα της χώρας χρειάζεται μια τολμηρή αναθεώρηση.

Πιστεύοντας ακράδαντα σε αυτό υπερψηφίζουμε και προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα αναθεωρητέα άρθρα, χωρίς να δεσμευόμαστε για την τελική διατύπωση των αναθεωρητέων διατάξεων που θα θέσει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην κρίση του Κοινοβουλίου και να είστε βέβαιοι πως η παράταξή μας στην επόμενη Βουλή θα πράξει αυτό που είναι προς το συμφέρον του λαού και της κοινωνίας.

Σας ευχαριστώ.

Related posts